athenzboyz

Month: August, 2013

Αν δεν έχεις δει Μπέλα Ταρ…

Διαβάζω μέρες τα της Διβάνη, τα του Τατσόπουλου, τα της Σώτης, διαβάζω τις οργισμένες αντιδράσεις της άλλης πλευράς. Διαβάζω σιωπηλά. Βλέπω φευγαλέα την αντιπαράθεση Γεωργιάδη-γιατρών. Ξαναφέρνω στο μυαλό μου τον ξεσηκωμό των μεταναστών στην Αμυγδαλέζα και την βίαιη απάντηση του κράτους. 

Είμαστε στη σωστή πλευρά, αυτή των ηττημένων. Δεν είμαστε απ’ αυτούς που αγγίζουν, αποκτούν κι εξευτελίζουν ή εξευτελίζουν κι έπειτα αποκτούν. Είμαστε αυτοί των οποίων οι αξίες εξευτελίζονται και χάνονται. Ίσως να μην έχουμε συνειδητοποιήσει ή παραδεχτεί τον χαμό μας, ότι είμαστε μια φωτιά που σιγοκαίει, αργοσβήνοντας στο λιβάδι. Ίσως απλά ο Μπέλα Ταρ να ‘ναι μηδενιστής, απαισιόδοξος.

…Αν δεν έχεις δει Μπέλα Ταρ, πιστεύω πως αρκεί να δεις αυτό το απόσπασμα απ’ την τελευταία του ταινία για να σχηματίσεις άποψη για το ποιόν του. Οι μεγάλοι άνθρωποι ξεχωρίζουν αμέσως. Πώς; Μόλις συναντηθείς με τη ματιά τους, τις κουβέντες τους, τη θέασή τους πάνω στα πράγματα αμέσως ρίχνεις τις περισσότερες άλλες απόψεις μια, δυο κατηγορίες κάτω. Σου φαίνονται μερικές, ευτελείς, αποσπασματικές, μικρές. Είναι όπως όταν κοιτάς τη γη από ψηλά και θυμάσαι τι σε απασχολούσε αμέσως πριν όταν κινιόσουν μέσα της, μέσα στην πόλη. Αμέσως λες “με τι βλακείες ασχολιόμουν, τι βλακείες σκεφτόμουν, τι βλακείες έλεγα, πόσο δεν έχουν σημασία όλα αυτά”. Και καταλαβαίνεις τι πραγματικά έχει σημασία. Οι μεγάλοι των τεχνών και των γραμμάτων, οι μεγάλοι της θεωρίας και της πράξης αυτό το γνώρισμα έχουν. Να σε κάνουν να βλέπεις τα πράγματα από ψηλά και να μη μένεις στα πίτουρα και τις κότες.

Τέλος πάντων, χαίρομαι τουλάχιστον που όταν βγήκα απ’ το σινεμά μετά απ’ αυτή την ταινία, αναλογιζόμενος αυτόν τον καταιγιστικό πεντάλεπτο μονόλογο -μοναδικό ξέσπασμα στην απέραντη σιωπή της ταινίας- τοποθέτησα τον εαυτό μου με τους χαμένους. 

Διβάνη, Πάσχο, Γεωργιάδη, Τατσόπουλε, Σώτη, ξέρω ότι δεν διαβάζετε, αλλά με ποια πλευρά θα ταυτιζόσασταν;

Λεωφορείο. Καλοκαίρι.

Ήταν καλοκαίρι. Ιούλιος. Ο Ιούλιος είναι το καλοκαίρι. Ο Αύγουστος φθινοπωρίζει και μετά τις 15 (καμιά φορά και πριν) είναι μελαγχολικός. Το καλοκαίρι δεν μπορεί να είναι μελαγχολικό γιατί η μελαγχολία κρύβει μια αδυναμία. Το καλοκαίρι είναι λαμπερό, καυτό, δυνατό ίσως κι ενοχλητικό πάντως έντονο. Η μελαγχολία είναι σαν τα italics,πλαγιαστή, σκυφτή, διακριτική. Ήταν Ιούλιος και γι’ αυτό γράφω σε bold.

 Ήμουν μόνος άνθρωπος σε μια ξένη χώρα χωρίς θάλασσα, άντρας χωρίς γυναίκα και παιδί δίχως φίλους. Ζούσα σε μια πόλη χωρίς μετρό όπου οι νέοι της βιάζονται μη χάσουν το τελευταίο λεωφορείο γιατί θ’ αναγκαστούν να πληρώσουν πολλαπλάσια λεφτά στο ταξί. Λεφτά που συνήθως δεν έχουν. Ούτε έχει ο καθένας το αμάξι του για να κινείται. Πολλές φορές δεν υπάρχει καν ένα αμάξι ανά παρέα ή κι αν υπάρχει ενδεχομένως να αδυνατεί να κάνει όλα τα δρομολόγια για να πάει τον καθένα σπίτι του. Έτσι, πολλά βράδια λήγουν άδοξα, βίαια, αναγκαστικά λίγο πριν τις 12, πίνοντας μια μπύρα με το ρολόι στο χέρι κι όσο η ώρα πλησιάζει περισσότερο τις 12, τα μάτια ακολουθούν περισσότερο τους δείκτες του ρολογιού παρά τα μάτια του συνομιλητή (ή εναλλακτικά το κινητό ανοιγοκλείνει). Φαντάζομαι ότι εκεί γύρω στις 12 ούτε τα λόγια σου προσέχουν τόσο μα μπορεί και να τους είναι κάπως ενοχλητικό να αρχίσεις να διηγείσαι μια ιστορία στις 12 παρά 20. Μετά τις 11.30 κανονικά μπορείς να συζητάς μόνο για κάτι ανάλαφρο, σύντομο που επιδέχεται διακοπής ανά πάσα στιγμή. Καιρός, μόδα, αθλητικά, ένα φαί που έφαγες, τι έγινε σήμερα καθώς έπλενες τα πιάτα, έχεις διάβασμα για αύριο, σε πονάει η μέση σου γιατί σήκωσες κάτι βαρύ. Οποιοδήποτε άλλο θέμα μπορεί να συνδεθεί με το αναγκαστικό της αποχώρησης και να προκαλέσει δυσφορία.

[Στα μπαρ δεν μιλάω εύκολα σε αγνώστους. Γενικά δεν μιλάω εύκολα σε αγνώστους. Ιδιαίτερα όταν μου φαίνονται ενδιαφέρουσες παρουσίες. Δεν είναι όμως πως δεν είμαι ομιλητικός…]

 Έπινα μόνος μου μια μπύρα σε ένα μπαρ χτισμένο δίπλα στις γραμμές του τρένου. Αν οι δυο άνθρωποι με τα πιο μακριά χέρια στον πλανήτη βρίσκονταν ο ένας στο μπαρ κι ο άλλος στο τρένο κι άπλωναν τα χέρια τους, ο ένας μέσα απ’ τα κάγκελα της περίφραξης κι ο άλλος έξω απ’ το παράθυρο του τρένου, θα μπορούσαν να το “κολλήσουν”, να ανταλλάξουν ένα ραβασάκι ή ένα πιστόλι. Εγώ αν ήθελα να εξοπλιστώ με κουράγιο, πληροφορίες ή όπλο αφού επιβιβαζόμουν σ’ αυτό το τρένο, έτσι θα το ‘κανα…

 Καθόμουν μόνος κι έγραφα σημειώσεις. Έπινα μπύρα, έγραφα σημειώσεις, κοιτούσα ευθεία. Αν περνούσε το τρένο έκανα μια παύση. Κοιτούσα το τρένο. Έφευγε το τρένο, κοιτούσα τις σημειώσεις, έπινα μπύρα. Απέναντί μου καθόσουν εσύ, ωραία όπως μου φαινόσουν. Ωραία όπως πιθανώς να φαινόσουν σε κάθε άντρα χωρίς παρέα που πίνει μπύρα χωρίς να τρελαίνεται για μπύρα και γράφει σημειώσεις χωρίς όμως να έχει κάτι ιδιαίτερο να πει. Εγώ σε κοιτούσα. Εσύ κοιτούσες προς το μέρος μου. Υπήρχαν κάποια δεδομένα που δεν βοηθούσαν. Ήμασταν καθιστοί, με ανοιχτό οπτικό πεδίο μεταξύ μας, απόσταση αρκετών βημάτων, γύρω σου κάθονταν άλλοι, γύρω μου κανείς. Έπρεπε να είναι όλα αντίστροφα. Τώρα χρειαζόμουν χρόνο. Τη γλώσσα σου δεν τη μιλούσα καθόλου καλά. Αν δεν μιλούσες αγγλικά ίσως να μην μπορούσαμε να συνεννοηθούμε αρχικά. Αυτό όμως ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε. Το θέμα ήταν να σταθούμε δίπλα και να σου απευθύνω το λόγο ή το βλέμμα. Βλέπεις, αυτή θεωρώ πως είναι μια κρίσιμη στιγμή. Μετά τα γεγονότα μπορεί να ακολουθήσουν πορεία απρόβλεπτη, οι άνθρωποι να μεταμορφωθούν, ο χρόνος να ξεχειλώσει, το περιβάλλον να αλλάξει. Αν δεν συμβούν όλα αυτά μπορείς να είσαι άνετος γιατί δεν θα παιχτεί και τίποτα σπουδαίο μάλλον.

 [Μια ματιά από μακριά δεν έχει καμιά σχέση με μια ματιά εκ του σύνεγγυς. Αν δεν μπορείς να δεις την κόρη του οφθαλμού του άλλου, το περίγραμμα, το ασπράδι και την υγρότητα του ματιού του δεν μπορείς να καταλάβεις τίποτα. Μια φορά μια οφθαλμίατρος με είχε βάλει μπροστά σ’ ένα μηχάνημα που έμοιαζε με κυάλι ή τηλεσκόπιο, τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στις δυο υποδοχές και τα δικά της απ’ την άλλη πλευρά του τηλεσκοπίου με εξέταζαν. Στο τέλος μου είπε “τα μάτια σου είναι φοβερά” αλλά στο ύφος της διέκρινα μια αμηχανία. Τότε σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε δει όλα τα μυστικά μου και σκέφτηκα ότι πρέπει να γυριστεί μια τηλεοπτική σειρά που η οφθαλμίατρος εξετάζοντας κάθε φορά άλλον ασθενή να βυθίζεται σαν σε στρόβιλο στο εσωτερικό του και μπροστά της να ξετυλίγεται ο βαθύτερος εαυτός του.]

 Δεν είμαι σίγουρος αν το ρολόι έδειξε 12 παρά 20, παρά τέταρτο ή παρά 10 αλλά εσύ σηκώθηκες κι έφυγες. Τόσο απλά. Ήμουν ακόμα καλά καρφωμένος στην καρέκλα μου, δεν είχα αρχίσει να ίπταμαι για να σε προλάβω. Έφυγες. Για να προλάβεις το λεωφορείο; Μπορεί να πήγαινες αλλού, μπορεί να σε περίμενε κάποιος δικός σου, τα ενδεχόμενα ήταν άπειρα. Την προηγούμενη μέρα όμως σε μια συζήτηση ανάμεσα στ’ άλλα, ως κάτι πολύ απλό, η συνομιλήτριά μου ανέφερε: “ε και μετά πήγε 12 παρά κι έπρεπε να φύγει γιατί θα έχανε το λεωφορείο…”. Το ‘χα ξανακούσει, το ‘χα ξαναδεί, το ‘χα βιώσει και προσωπικά. Τότε όμως ήταν η στιγμή που αυτό το πράγμα μου έκανε εντύπωση, κάθισε βαθιά μέσα μου και με απασχόλησε περίπου πλέον ως φιλοσοφικό ερώτημα. Δεν ξέρω γιατί έγινε έτσι αλλά αυτό έφερε εκείνη η στιγμή. Ήταν αυτό που μου έμεινε απ’ όλη την ιστορία. Θα μου πείτε δεν είναι παρά ένα καθημερινό φαινόμενο, “το δραματοποιείς”. Σκεφτείτε όμως τα απραγματοποίητα ενδεχόμενα που θα συσχετίζονται σ’ αυτή τη χώρα, αυτή την εποχή με το τελευταίο λεωφορείο της ημέρας. Τα λόγια που δεν έχουν ειπωθεί, τις κινήσεις που δεν έχουν γίνει, τα φιλιά που δεν δόθηκαν, τις αφηγήσεις που έχουν μείνει στη μέση και μετά ξεχάστηκαν. Κατευθείαν σκέφτηκα ότι γι’ αυτό έφυγες κι εσύ εκείνη τη στιγμή.

Έγραψα στο χαρτί: “αν ο προπάππους σου είχε περιφράξει 10 μέτρα γης δίπλα στη θάλασσα ίσως τώρα να ‘μασταν μαζί”

 Image