athenzboyz

Category: Uncategorized

Λίνα

Μερικές φορές σκέφτομαι ότι θα ‘θελα να ‘χα ένα διπλό κρεβάτι κι ένα πιο ευρύχωρο υπνοδωμάτιο. Μετά θυμάμαι ότι έναν Ιούλιο ξυπνούσα και κοιμόμουν, με μια Λίνα δίπλα μου, σ’ ένα μονό κρεβάτι, σ’ ένα δωμάτιο παλιάς φοιτητικής εστίας γεμάτο μικρά-μικρά κατσαριδάκια. Είχα πλέον τόση εξοικείωση μ’ αυτά που όταν τα ‘βλεπα στους τοίχους, τα σκότωνα με το χέρι μου…

Όταν είχα πρωτοδεί τη Λίνα εκείνο το καλοκαίρι είχα σκεφτεί: “Να μια ζόρικη γκόμενα και πώς την πλησιάζεις;”. Τελικά η τύχη τα έφερε έτσι ώστε μετά από ένα δεκαήμερο να ακούω απ’ τα χείλη της ότι την είχε εκπλήξει θετικά η τολμηρότητα μου, η αμεσότητά μου ή κάποιο άλλο χαρακτηριστικό στου οποίου το άκουσμα απόρησα…

Είχα ένα MP3 player από έναν φίλο μου που το είχε φορτωμένο με συγκεκριμένα τραγούδια, πολλά απ’ τα οποία δεν μ’ άρεσαν αλλά τ’ άκουγα γιατί στο δωμάτιο δεν υπήρχε τηλεόραση, ούτε ίντερνετ, ούτε ψυγείο εδώ που τα λέμε. Όταν ερχόταν η Λίνα υπήρχε μια γυμνή τύπισσα, η οποία δεν μου προκαλούσε έντονα συναισθήματα αλλά σίγουρα συμπαθιόμασταν πολύ (θα το υπογράμμιζα αυτό γιατί πολλοί άνθρωποι δεν αποδίδουν στη συμπάθεια την αξία που της αναλογεί) και μπορούσαμε να μοιραζόμαστε ένα μονό κρεβάτι για αρκετή ώρα. Μερικές φορές, όπως ήμασταν ξαπλωμένοι δίπλα-δίπλα, παίρναμε το MP3 player, βάζαμε από ένα ακουστικό ο καθένας στο αυτί του, πατούσαμε το “Οn” και πρώτο-πρώτο έπαιζε αυτό… https://youtu.be/huyO-xguJVY
Αυτό επανελήφθη κάμποσες φορές. Δεν είπαμε ποτέ ότι αυτό είναι το τραγούδι μας αλλά για μένα αυτό είναι το τραγούδι της Λίνας κι από τότε, όποτε το ακούω, πάντα χαίρομαι.

Εντάξει στιχουργικά δεν ανταποκρινόταν στην περίσταση, μουσικά όμως απέδιδε πολύ ωραία την ατμόσφαιρα. Κι αναρωτιέμαι γιατί δεν έχει γραφτεί ένα τραγούδι που να μιλάει για την συμπάθεια. Την αμοιβαία συμπάθεια. Τη βαθιά συμπάθεια έστω. Η συμπάθεια, ας πούμε, επιτρέπει να ξαπλώνουν δύο σε μονό κρεβάτι χωρίς να εγείρει ζήτημα διπλού κρεβατιού. Αυτό φυσικά μπορεί να θεωρηθεί ως ένα αυθαίρετο συμπέρασμα αλλά για μένα είναι αποδεδειγμένο από τον Ιούλιο του 2007. Ας μην υποτιμούμε ούτε τη συμπάθεια, ούτε το μονό κρεβάτι. Ένα τσακωμένο ζευγάρι μπορεί να κοιμηθεί σ’ ένα διπλό κρεβάτι, όχι όμως σ’ ένα μονό. Τώρα που το σκέφτομαι, στο διπλό κρεβάτι μπορεί να είσαι πληγωμένος και να κοιμηθείς μ’ αυτόν που σε πλήγωσε! Τραγωδία. Στο μονό δεν υπάρχουν περιθώρια ούτε να προσποιηθείς, ούτε να κάνεις υπομονή για να ξημερώσει και να φύγεις. Σίγουρα προϋποθέτει μία εγγύτητα μεταξύ των δυο. Το 1,5άρι ή ημίδιπλο είναι μια ενδιάμεση κατάσταση που καλλιεργεί κάποιες αυταπάτες ότι εκεί, πέρα από μια συμπάθεια, μπορεί να υπάρξει και μια σχέση, να ικανοποιηθούν δηλαδή κάποιες ανώτερες απαιτήσεις. Σίγουρα δεν ευνοεί περιπτώσεις υποκρισίας ή αποξένωσης όπως το διπλό αλλά επιτρέπει την ύπαρξη μιας κάποιας απόστασης. Ας πούμε αν έχει πάει αργά και κατά βάθος θέλεις να φύγεις αλλά ταυτόχρονα είσαι και κουρασμένος σου δίνει τη δυνατότητα ενός τίμιου συμβιβασμού. Αυτό δεν θα το χαρακτήριζα κακό αλλά όπως και να το κάνουμε το μονό θέτει αμείλικτα ερωτήματα και, άθελά του φυσικά, προάγει την ειλικρίνεια. Με τη Λίνα δεν το συζήτησα ποτέ αυτό να δω την άποψή της, αν και πιστεύω ότι θα συμφωνούσε γελώντας. Ούτως ή άλλως όμως ο χρόνος ήταν περιορισμένος εκείνο τον Ιούλιο, οι συνθήκες πολύ συγκεκριμένες και δεν μπήκε τέτοιο ζήτημα.

Τώρα που το σκέφτομαι, το κενό κρεβάτι του φευγάτου συγκατοίκου μου, ούτε το χρησιμοποιήσαμε, ούτε σκεφτήκαμε ποτέ να το ενώσουμε με το δικό μου…

2369b38444student_room_in_dormitory_slobodan_bajic

 

 

Γι’ αυτούς που έπεσαν…

Περπατώντας σ’ έναν κήπο μια -ασυνήθιστα- ηλιόλουστη μέρα του χειμώνα συνάντησα αυτό το άγαλμα. Απευθύνεται στους πεσόντες Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς στρατιώτες του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Τους απευθύνεται με τους στίχους του ποιητή Laurence Binyon:

They shall not grow old // Δεν θα γεράσουν
As we that are left grow old // Όπως εμείς που αφεθήκαμε να γεράσουμε
Age shall not weary them // Η ηλικία δεν θα τους εξαντλήσει
nor the years condemn. // Ούτε τα χρόνια θα τους καταδικάσουν.
At the going down of the sun // Στο πέσιμο του ήλιου
and in the morning, // και το πρωί,
We will remember them. // Θα τους θυμόμαστε.

WP_20160105_006 (2)

Κι όμως το γλυπτό που συνοδεύει το μνημείο δεν αποτυπώνει την πτώση ενός στρατιώτη στο πεδίο της μάχης, ούτε κάποιους άλλους σε γενναία στάση προσοχής αλλά ούτε επίσης κάποια μαζική έφοδο προς τον ουρανό μέσα απ’ την κόλαση. Τίποτα απ’ αυτά παρά έναν άντρα και μια γυναίκα να λυγίζουν προς δυο αντίθετες κατευθύνσεις, με τα χέρια προτεταμένα αλλά μη μπορώντας ν’ ακουμπήσουν ο ένας τον άλλον.

Θα μπορούσε να ‘ναι και μια ωδή στους πεσόντες εραστές αλλά ας μην κάνουμε ότι δε νιώθουμε τον πόλεμο που μας κυκλώνει. Ας αναλογιστούμε αυτά που πρέπει…

Δημοψήφισμα 2015: Εθνικός ή ταξικός διχασμός;

Untitled

Μπορούν να λένε ο,τι θέλουν. Μπορούν να κάνουν ο,τι σχέδια θέλουν, Να πουλήσουν, να προδώσουν, να διαστρεβλώσουν. Μπορούν να μιλάνε για πλανεμένους. Μπορούν να μιλάνε για κομματικούς στρατούς. Μπορούν να μιλάνε για στρατηγικά και τακτικά λάθη. Μπορούν να σε ονομάσουν οργή, αγραμματοσύνη, οπισθοδρομικότητα, σφάλμα, αγανάκτηση, αυταπάτη, συναισθηματισμό, απερισκεψία. Δεν θα σε πουν ποτέ με τ’ όνομά σου.

Είσαι ο φτωχός λαός!
Είσαι η εργατική τάξη!
[και κατά βάθος το ξέρεις]

tumblr_nlkpbxMhRg1qjvnc4o1_500

Όταν χάμω την αράζω…

Γρήγορα πας, πιο γρήγορα ξεχνιέσαι

Ένας τουρίστας στις γαλλικές Άλπεις, ενώ δοκιμάζει να κάνει σκι, “ισοπεδώνει” ένα παιδάκι στο διάβα του. Όταν σηκώνεται και τινάζει το χιόνι από πάνω του ξεκινάει να συνειδητοποιεί:

Για όλους τους λόγους του κόσμου, καλό είναι να σταματάς. Και δε σταματάμε…
Ακόμα κι οι διακοπές μας ολοένα και μολύνονται με δραστηριότητες.
Και συνεχίζει: “Κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας ότι μια μόνιμη δίαιτα τύπου “Να-Κάνουμε-Πράματα” μας κάνει καλό.”

Aquarobics,
Yogilates,
Σκαρφάλωμα τοίχων,
Pilates,
Στρέτσινγκ.

Έρχονται ερωτήματα. Είναι το νόημα της ζωής, να κάνεις την κάθε στιγμή να “αξίζει”; Βρίσκεται η αξία μας ως ανθρώπινα όντα σε αυτά που κάνουμε, έτσι ώστε να μπορούμε να αγοράσουμε στον εαυτό μας αυταξία κι αυτοεκτίμηση; Mindfulness. Aκόμα και το να κάθεσαι απλά μετατρέπεται σε μια δραστηριότητα πειθαρχημένης συγκέντρωσης. Κι όμως: “δεν χρειάζεται να δαπανάται η κάθε στιγμή στο κυνήγι της αυτοβελτίωσης.”

__________

Όταν χάμω την αράζω και κοιτώ τον ουρανό
Όλοι λεν’ πως τεμπελιάζω
Εγώ στη μοίρα τους μιλώ.

__________
`

Με άλλα λόγια καλώς περάσαμε ατέλειωτες ώρες παίζοντας SegaMegaDrive, SuperNintendo και GameBoy, παιχνίδια σε υπολογιστές και ίντερνετ καφέ ή βλέποντας σειρές στην τηλεόραση, παρά να είχαμε ξκινήσει άλλο ένα άθλημα, να είχαμε μάθει να μιλάμε άλλη μια γλώσσα ή να ‘χαμε διαβάσει τέσσερα-πέντε παραπάνω βιβλία που θα μας έδιναν “κάτι”. Δεν χρειάζεται να γεμίσει κάθε κενή στιγμή της ζωής μας.

Το νόημα της ζωής βρίσκεται στις “χαμένες ώρες προτού να ξέρουμε πού να πάμε και τί να κάνουμε”. Ο χαμένος χρόνος μπορεί να είναι ένας καλά ξοδεμένος χρόνος. Έτσι, ας σταματήσουμε πριν ισοπεδωθούμε σαν το παιδάκι που βρέθηκε στο διάβα μου στις Άλπεις. Slow down.

3030352-poster-p-1-3030352-work-smart-how-to-reclaim-thousands-of-wasted-hours-each-year

*αυτή ήταν μια αποσπασματική παρουσίαση αυτού, με μικρές επεμβάσεις

Πνευμονία

Δυσκολεύομαι να ξεκινήσω αυτή την ιστορία γιατί δυσκολεύομαι να καταλάβω γιατί θέλω να τη μοιραστώ.Ένα καλοκαίρι, κάπου πριν 20 με 25 χρόνια, νόσησα από πνευμονία.

Τον Ιούνιο -αφού κλείσαν τα σχολεία κι ήμασταν ακόμα Αθήνα, όλη η παρέα, απαρτία- παίζαμε κάθε μέρα μπάλα στην πλατεία. Μερικές φορές παίζαμε πρωί μέχρι μεσημέρι και απογευματάκι μέχρι να νυχτώσει και να μη φαίνεται η μπάλα. Άλλοτε μαζευόμασταν 8, άλλοτε 10, άλλοτε 12. Αν μαζευόμασταν λίγοι παίζαμε “γερμανικό”. 2 το σουτ, 4 η κεφαλιά, 6 το γυριστό, 8 η κεφαλιά ψαράκι, 12 το ψαλιδάκι. Αυτοί ήταν οι πόντοι που μετρούσε το κάθε γκολ και αφαιρούνταν από τους 21 πόντους του τερματοφύλακα με την προϋπόθεση ότι έπρεπε να υπάρξει ένας συνδυασμός μεταξύ των παιχτών με την μπάλα στον αέρα. Όταν κάποιος έστελνε την μπάλα άουτ έμπαινε αυτός τέρμα. Ώσπου στο τέλος να μείνουν δύο και να κερδίσει αυτός με τους περισσότερους βαθμούς.

Αν θυμάμαι καλά το κρύωμα που κατέληξε σε πνευμονία το έπαθα μια μέρα μετά το “γερμανικό”. Πρέπει να φορούσα μια κόκκινη-λευκή, φαρδιά, ριγέ μπλούζα που ήταν απ’ τις αγαπημένες μου. Με θυμάμαι να ‘μαι φουλ ιδρωμένος και να κάθομαι με τα παιδιά στα σκαλιά. Μετά το τέλος του “γερμανικού” είχα πιει πάρα πολύ νερό από τη βρύση της πλατείας. Τις βρύσες μερικές φορές μας τις έκλειναν αλλά εμείς ξέραμε από που να τις ανοίγουμε. Θυμάμαι ότι μερικοί έπιναν νερό βάζοντας το στόμιο της βρύσης ανάμεσα στα χείλη τους. Ακόμα βύζαιναν. Άλλοι ένωναν τις παλάμες τους σαν γούρνα κι έπιναν το νερό από εκεί σαν σκυλάκια. [Τα χέρια εννοείται πάντα μαύρα απ’ τις φορές που είχες πιάσει την μπάλα κι αυτές που είχες πέσει και τα ‘χες βάλει κάτω για να σηκωθείς.] Κι άλλοι άνοιγαν το στόμα κάτω από τη βρύση κι άφηναν το νερό να τρέξει μέσα. Πριν προλάβεις να το καταπιείς είχες ξαναπιάσει την μπάλα κι έκανες “τσαλιμάκια” ή βάραγες κανά σουτάκι στο άδειο τέρμα. “Ε, φέρε λίγο”.

????????????????????

Εκείνη τη μέρα που καθίσαμε στα σκαλιά ένιωσα τον αέρα να φυσάει την πλάτη μου και να κρυώνω. Μερικές μέρες μετά ήμουν στο κρεβάτι με υψηλό πυρετό. Μετά άρχισε κι ο βήχας κι όταν ανάπνεα έκανε “χουρ-χουρ” κάτω απ’ το στήθος μου. Ακροαστικά στην αρχή, βρογχοπνευμονία μετά. Σιρόπια, αντιβιώσεις, χυμοί, νερά. Ο πυρετός μου αναμετριόταν με τον καύσωνα έξω. Χτυπούσαμε 40άρια. Κι οι πρώτες μου ακτινογραφίες. Πρώτη φορά έβλεπα τα πνευμόνια μου ζωγραφισμένα σαν με κιμωλία πάνω σε μαυροπίνακα. Κι η πνευμονία ήταν κάτι παχιές άσπρες γραμμές (όπως όταν ζωγραφίζεις με την πλαϊνή πλευρά της κιμωλίας) ανάμεσα στις παράλληλες οριζόντιες γραμμές του θώρακα. Σήκωσε την μπλούζα σου. Βαθιά άνάσα. Κράτα την! Κράτα την. Τσαφ! Έτοιμη η ακτινογραφία. Μου άρεσε αυτή η διαδικασία. “Δεν κάνει καλό στην υγεία” μου είπαν. Καλά.

Πρέπει να πέρασα ένα μήνα στο κρεβάτι, μπορεί κι 1,5. Φλέμματα, βήχας που ‘κανε βαρύ γκουχ-γκουχ (ή γκαχ-γκουχ ή βραχ-βρουχ κάπως έτσι). Πρώτη φορά μου έβαζαν κομπρέσες και πρώτη φορά κινδύνεψα να μπω στο νοσοκομείο γιατί μετά από εβδομάδες μάχης αυτό πρότεινε ο γιατρός. Στήλωσα τα πόδια και αρνήθηκα. Όχι με φωνές και υστερίες. Με ένα πεισματάρικο “Όχι” κι ένα δάκρυ κι ένα ειλικρινές “θέλω να μείνω σπίτι”. Ο γιατρός είπε: “καλά αλλά θέλει αυστηρή προσοχή κι αν δεν παρουσιάσει βελτίωση…μέσα.” Έμεινα σπίτι, πειθάρχησα σε ο,τι μου έλεγαν και σιγά-σιγά το νεφέλωμα στις ακτινογραφίες των πνευμόνων μου άρχισε να υποχωρεί.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι. Συνέχισα την αντιβίωση για το υπόλοιπο καλοκαίρι. Πήγα κι έμεινα στη γιαγιά μου και ξανάπαιξα μπάλα. Απαραίτητη προϋπόθεση για να ξαναβγώ στους αγωνιστικούς χώρους, να αλλάζω μπλούζα κάθε που ίδρωνα. Να μη μένω ούτε λεπτό με μουσκεμένη μπλούζα πάνω μου. Η γιαγιά πάντα εκεί με έτοιμες μπλούζες και τα παιδιά με κατανόηση για τα αναγκαστικά πήγαιν’-έλα μου. Ο βήχας συνεχίστηκε. Φλέμματα είχα για πολύ καιρό ακόμη και έμεινε έτσι στην ιστορία ότι “έχω μια ευαισθησία στα πνευμόνια”. Υπερβολές. Όταν χρόνια μετά με εξέτασε πνευμονολόγος μου είπε ότι τα πνευμόνια μου ήταν πολύ δυνατά. Ο φόβος να επανέλθει η πνευμονία όποτε κρύωνα βέβαια με ακολουθούσε και κατοικοέδρευε στο πίσω μέρος του μυαλού μου για αρκετό καιρό ακόμα. Φρόντισε κι η μαμά με τη θεωρία της περί “ευαισθησίας στα πνευμόνια”.

Ήταν ένα παράξενο καλοκαίρι. Δεν έπαιξα όσο άλλοτε. Ένιωσα τρωτός ώσπου να ξανανιώσω δυνατός. Κουβάλησα έναν βήχα μέχρι τον Σεπτέμβριο. Πρόσεχα τον ιδρώτα μου. Άλλαζα μπλούζες. Δεν καθόμουν ιδρωμένος στον αέρα. Δεν έκανα μπάνια στη θάλασσα. Πνευμονία. Πνευμονία είναι όταν δεν μπορώ ν’ αναπνεύσω κι είναι βαρύ το μέσα μου.

i2201

11 Μάη

Η μέρα της μητέρας καθιερώθηκε μετά από δράσεις για τη βελτίωση της οικογενειακής ζωής (υγεία και ειρήνη). Ο καπιταλισμός την έκανε βέβαια φρου-φρου κι αρώματα αλλά δεν πειράζει, αρκεί που γιορτάζουμε την μητρότητα και κάποια στιγμή θα ξαναβρούν τα πράγματα το νόημά τους. Σήμερα 11 Μάη τιμάμε τους αγώνες λοιπόν!

“Arise, then, women of this day!

Arise, all women who have hearts, Whether our baptism be of water or of tears!” …ξεκίναγε η διακήρυξη του 1870.

[τι ωραίος ο πολιτικός λόγος όταν είναι αγνός, αυθόρμητος και άμεσος]

Αυτά συνέβαιναν τότε. Εγώ όμως σήμερα θέλω να πάω και λίγο πιο παλιά. Τιμάμε τους αγώνες, τιμάμε και την ελληνική παράδοση!

“Η αγάπη σου ήτανε η πρώτη μου πατρίδα,

Η μυρωδιά σου ήταν ο πρώτος μου εθισμός.

Πάει καιρός που έχω φύγει από τη Θήβα

Και περιφέρομαι σακάτης και τυφλός..”

…όταν κάπου στα 18 μου, ένας μεγαλύτερος φίλος με ρώτησε “για ποιον μιλάει αυτό το τραγούδι;”, σκέφτηκα “για έναν φαντάρο που υπηρέτησε στη Θήβα κι είχε μια ατυχή ερωτική περιπέτεια εκεί” αλλά απάντησα “δεν ξέρω”.
“Για τον Οιδίποδα ρε” μου λέει. Το τραγούδι ανέβηκε κατευθείαν δέκα σκαλιά στην εκτίμησή μου. Ο εντυπωσιασμός μου κρατάει μέχρι τώρα.

Χρόνια Πολλά!

Το φορτίο των λευκών τουριστών

της Rafia Zakaria

Η αυξανόμενη ζήτηση απ’ τη Δύση για αλτρουιστικές διακοπές θρέφει το βιομηχανικό σύμπλεγμα του λευκού-σωτήρα

Εικόνα

Στον φίλο μου τον Τζακ αρέσει να διηγείται την αγαπημένη του ιστορία σχετικά με ένα καλοκαίρι που πέρασε ως εθελοντής στην Κολομβία. Ανασύρει αυτή την ιστορία οποτεδήποτε του δίνεται η ευκαιρία, σε πάρτυ, μεσημεριανά γεύματα και αεροδρόμια. Τονίζει ποικίλες πτυχές της ιστορίας για διάφορα περιστατικά – το φίδι που βρήκε στη σκηνή του, τις παρέες του με τους ντόπιους και την ικανότητά του στα παζάρια. Το μήνυμα προς το κοινό του είναι ξεκάθαρο: επέλεξα τις κακουχίες και επιβίωσα.

Αν τα ρούχα μάρκας και τα ακριβά αυτοκίνητα σηματοδοτούν την υλική επιφάνεια, η ιστορία του για τον σκόπιμο εναγκαλισμό της φτώχειας και των δυσκολιών της σηματοδοτεί την ανωτερότητα του χαρακτήρα του. Καθώς το καλοκαίρι διαγράφεται στον ορίζοντα, πολλοί Αμερικάνοι – φοιτητές κολλεγίων, συνταξιούχοι και άλλοι που στέκονται στο κατώφλι αλλαγών της ζωής τους – θα κάνουν παραπλήσιες επιλογές στην αναζήτηση μεταμορφωτικών εμπειριών. Κι υπάρχει μια βιομηχανία για να το κάνει αυτό πιο εύκολο: η επιχείρηση του εθελοτουρισμού.

Ένας εθελοτουρίστας είναι κάποιος σαν τον Τζακ που επιθυμεί να συνδυάσει εξωτικές διακοπές και εθελοντική δουλειά. Για οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο, μια συγκλονιστική σειρά επιλογών περιμένει. Απ’ το χτίσιμο σχολείων στην Ουγκάντα ή σπιτιών στην Αϊτή μέχρι το αγκάλιασμα ορφανών στο Μπαλί. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η λειτουργική εξίσωση είναι η ίδια: οι πλούσιοι Δυτικοί μπορούν να κάνουν κάτι καλό, να έχουν την εμπειρία από κάτι που ο εύπορος βίος τους δεν τους προσφέρει, και, όπως στην περίπτωση του Τζακ, να έχουν να λένε μια ιστορία που τους τοποθετεί στις τάξεις των καλόκαρδων και παγκοσμίως σοφών.

Όσο θαυμαστά αλτρουιστικό και να ακούγεται, το πρόβλημα με τον εθελοτουρισμό είναι η μοναδική επικέντρωσή του στην αναζήτηση του εθελοντή για εμπειρίες, εν αντιθέσει με τις πραγματικές ανάγκες της κοινότητας υποδοχής. Υπάρχει ένα κόστος που σχετίζεται με αυτή την προσπάθεια. Μία αναφορά του 2010 από το Συμβούλιο Έρευνας Ανθρωπιστικών Επιστημών, με έδρα την Πρετόρια της Νοτίου Αφρικής, ανέλυσε την ακμάζουσα τουριστική επιχείρηση των ορφανών-φορέων του AIDS στη Νότια Αφρική.

Στα πλαίσια αυτού του προγράμματος, εύποροι τουρίστες εγγράφονται για να χτίσουν σχολεία, να καθαρίσουν και να επαναφέρουν όχθες ποταμών, να περάσουν δαχτυλίδια παρακολούθησης σε πουλιά και να δράσουν ως φροντιστές ορφανών με AIDS για μερικές εβδομάδες. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία μιας κερδοφόρας επιχείρησης εξυπηρέτησης προς τους εθελοντές τουρίστες. Οι συνθήκες ζωής των ορφανών στην πραγματικότητα μετατρέπονται σε ένα πακέτο μπουτίκ στο οποίο η “σωτηρία” τους αποδίδει κέρδη προερχόμενα από τους τουρίστες. Η ικανότητα των ξένων να πληρώσουν για να έχουν το προνόμιο του εθελοντισμού παραγκωνίζει τους ντόπιους εργάτες.

Η Αφρική είναι ένας παραδοσιακά αγαπημένος προορισμός για εκείνους που ψάχνουν τη “σωτηρία” όμως οι βλάβες που προκαλεί ο εθελοτουρισμός δεν περιορίζονται σ’ αυτήν την ήπειρο. Στη νήσο Μπαλί της Ινδονησίας, για παράδειγμα, υπάρχει μια ακμάζουσα βιομηχανία ορφανοτροφείων για να καλύψει τους εθελοτουρίστες που θέλουν να βοηθήσουν παιδιά. Τα παιδιά αφήνουν το σπίτι τους και μετακομίζουν σ’ ένα ορφανοτροφείο επειδή οι τουρίστες, οι οποίοι επισκέπτονται το νησί καναδυό φορές το χρόνο, είναι πρόθυμοι να πληρώσουν για την εκπαίδευσή τους.

Αυτά τα παιδιά στην ουσία δουλεύουν ως ορφανά επειδή οι γονείς τους δεν μπορούν ν’ ανταπεξέλθουν οικονομικά και να τα στείλουν στο σχολείο. Αντί να βοηθήσουν τους γονείς να ανταποκριθούν στις ανάγκες των παιδιών τους, η τουριστική ζήτηση για ορφανά προς ευεργεσία δημιουργεί μια βιομηχανία που δουλεύει έτσι ώστε να κάνει τα παιδιά διαθέσιμα προς τους ξένους που επιθυμούν να τα βοηθήσουν. Όταν η εξωτερική βοήθεια “στεγνώνει”, τα παιδιά που υποκρίνονται τα ορφανά αναγκάζονται να ζητιανέψουν στους δρόμους για φαγητό και λεφτά προκειμένου να προσελκύσουν “ορφανοτουρισμό”.

Εικόνα

“Ο εθελοτουρισμός αποτελεί μία δραπέτευση, μία σπάνια συνάντηση με μια οδυνηρά χαμένη αυθεντικότητα, με κακουχίες που νιώθουμε ολοφάνερα και φυσικά – και όλα αυτά για ένα μικρό αντίτιμο.”

Εικόνα

Οι παγίδες του εθελοτουρισμού πάνε πέρα από τα ορφανοτροφεία. Για παράδειγμα, η Dorinda Elliot, μία βοηθός συντάκτρια στην ιστοσελίδα  Condé Nast Traveler, γράφει για ένα “αποτυχημένο εθελοτουριστικό πρότζεκτ” στην Αϊτή – ένα συγκρότημα κατοικιών που χτίστηκε από μια αμερικανική εκκλησία. Εμψυχωμένοι από την φαντασιακή ευγένεια της προσπάθειάς τους, οι χτίστες απέτυχαν να λάβουν υπόψη τους τις ανάγκες των μελλοντικών κατοίκων. Οι αμόρφωτες οικογένειες που κατοίκησαν αυτά τα σπίτια δεν είχαν τις επαγγελματικές δυνατότητες και την απασχόληση για να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής τους και συνέχισαν να ζητιανεύουν για φαί για πολύ μετά αφότου έφυγαν οι τουρίστες. Μία προσέγγιση προσανατολισμένη στην κοινότητα, αντί μίας βασιζόμενης στους τουρίστες, θα είχε επενδύσει στην βοήθεια των οικογενειών ώστε να αναπτύξουν τα αναγκαία προσόντα ώστε να ξεπεράσουν την πρωταρχική τους ανάγκη, τη φτώχεια.

Προσφάτως, η ηθική του εθελοτουρισμού, ιδιαίτερα το κρυφό του σημείο της εκμετάλλευσης, έχει αμφισβητηθεί από ακαδημαϊκούς και ακτιβιστές. Το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης, εντούτοις, περιορίζεται γύρω από το ερώτημα αν οι διακοπές εθελοντισμού κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό ή για το πώς προωθούν στερεότυπα που ρίχνουν καύσιμα στη μηχανή ενός αναπτυσσόμενου βιομηχανικού συμπλέγματος λευκών-σωτήρων.

Τυπικά τα προβλήματα των άλλων ανθρώπων μοιάζουν ευκολότερα, μη περίπλοκα και πιο εύκολα να λυθούν απ’ ότι αυτά της δικής μας κοινωνίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η εκτός πλαισίου πείνα και έλλειψη στέγης στην Αϊτή, την Καμπότζη ή το Βιετνάμ είναι μια εύκολη ηθική επιλογή. Σε αντίθεση με τα προβλήματα των άλλων κοινωνιών, τα χρεωκοπημένα σχολεία του κέντρου του Σικάγο ή η κακοτυχία όσων ζουν στις παρυφές του Ντιτρόιτ συνδέονται με μεγαλύτερες πολιτικές αφηγήσεις. Με απλούς όρους, η έλλειψη γνώσης των άλλων πολιτισμών το κάνει ευκολότερο να βοηθήσουμε.

Αυτή η φαντασιακή απλοϊκότητα των προβλημάτων των άλλων παρουσιάζει μία αντίθεση με τα άυλα βάρη των μετα-βιομηχανικών κοινωνιών. Τα Δυτικά έθνη είναι γεμάτα από καλοθρεμένα άτομα που μαστίζονται από λιγότερο ρητές κακουχίες όπως η αποσύνθεση των κοινοτήτων και το ξέφτισμα των σχέσεων σε αντίθεση με την δυνατότητα άπειρων επιλογών. Τα βάρη της μανιακής κατανάλωσης και του αμείωτου καριερισμού δεν γίνονται τόσο εύκολα αντικείμενο λύπησης όπως οι καταρρέουσες παράγκες και τα μωρά που ζητιανεύουν. Απέναντι σ’ αυτό το τοπίο, ο εθελοτουρισμός αποτελεί μία δραπέτευση, μία σπάνια συνάντηση με μια οδυνηρά χαμένη αυθεντικότητα, με κακουχίες που νιώθουμε ολοφάνερα και φυσικά – και όλα αυτά για ένα μικρό αντίτιμο.

Παρά τα ελαττώμματά του, η εκπαιδευτική πλευρά της διαπολιτισμικής ανταλλαγής του εθελοτουρισμού πρέπει να διασωθεί, να βελτιωθεί αντί να απορριφθεί ολοκληρωτικά. Η Natalie Jesionka, μία αρθρογράφος στην Daily Muse, προσφέρει στους μελλοντικούς εθελοτουρίστες έναν μπούσουλα ώστε να καταφέρουν να επιδράσουν αληθινά μέσα απ’ τα ταξίδια τους. Δίνει έμφαση στην ανάγκη ο εθελοντής να προσαρμόζεται στην κουλτούρα, να είναι ελαστικός, σχετικός και ρεαλιστής. Εκτός απ’ το να βοηθήσει την αμοιβαία κατανόηση, αυτό θα δημιουργούσε λιγότερο δυναστικούς εθελοντές που να μην κρίνουν τόσο εύκολα και που να μην είναι εμμονικοί με το κυνήγι συναισθηματικών “υψηλών” (κι ευκαιριών φωτογράφισης) από τον αλτρουισμό για τον οποίον πλήρωσαν. Θα καταστούσε επίσης δυνατή την κατάρριψη του στερεοτύπου που βρίσκει ανάγκη και ζήτηση σε άλλα και εξωτικά μέρη αποκαλύπτοντας τις ίδιες διαστάσεις εντός των δικών τους περιοχών και τις συνδέσεις μεταξύ των περιθωριοποιημένων του “εδώ” και των αποκλεισμένων του “εκεί”.

Αν ο Τζακ και οι άλλοι εθελοτουρίστες μπορούσαν να κάνουν τέτοιες μικρές φιλοπονίες, οι προσπάθειές τους θα είχαν μεγαλύτερο νόημα πέρα από καλές παρεϊστικες ιστορίες και φωτογραφίες προφίλ στο Facebook και, ακόμα πιο σημαντικό, θα μπορούσαν να προωθήσουν μια πιο ισχυρή παγκόσμια διασυνδεσιμότητα απ’ αυτή που υπάρχει σήμερα.

Εικόνα

Η Rafia Zakaria είναι αρθρογράφος στην DAWN, τη μεγαλύτερη αγγλική εφημερίδα του Πακιστάν. Είναι Υποψήφια Διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα και συγγραφέας του επερχόμενου  “The Upstairs Wife: An Intimate History of Pakistan.”

Πηγή: http://america.aljazeera.com/opinions/2014/4/volunter-tourismwhitevoluntouristsafricaaidsorphans.html

Να είσαι υπερβολικά φιλότιμος. Αυτή είναι η κατάρα των εργατικών τάξεων.

του David Graeber

Γιατί έχει η βασική λογική της λιτότητας γίνει αποδεκτή απ’ όλους; Επειδή η αλληλεγγύη έχει φτάσει να αντιμετωπίζεται ως μάστιγα.

Εικόνα

“Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι το γιατί οι άνθρωποι δεν εξεγείρονται στους δρόμους;” Ακούω αυτή τη φράση, που και που, από ανθρώπους με πλούσιο και ισχυρό υπόβαθρο. Υπάρχει ένα είδος δυσπιστίας. “Στην τελική,” φαίνεται να λέγεται πίσω από τις γραμμές, “ουρλιάζουμε για το φονικό όταν οποιοσδήποτε απειλήσει έστω και λίγο τις φοροαπαλλαγές μας. Αν κάποιος απειλούσε την πρόσβασή μου στα τρόφιμα ή τη στέγη, σίγουρα θα έκαιγα τράπεζες και θα εισέβαλλα στο κοινοβούλιο. Τι έχουν πάθει αυτοί οι άνθρωποι;”

Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Ο οποιοσδήποτε θα σκεφτόταν ότι μια κυβέρνηση που έχει προκαλέσει τέτοιο πόνο σε αυτούς που έχουν τα λιγότερα αποθέματα για ν’ αντισταθούν, χωρίς καν να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας, θα ρίσκαρε την πολιτική της αυτοκτονία. Αντ’ αυτού, η βασική λογική της λιτότητας έχει γίνει αποδεκτή απ’ όλους. Γιατί; Γιατί πολιτικοί που υπόσχονται συνεχή πόνο κερδίζουν τη συναίνεση της εργατικής τάξης, αν όχι την υποστήριξή της;

Νομίζω ότι η ίδια η δυσπιστία με την οποία ξεκίνησα παρέχει μια εν μέρει απάντηση. Οι άνθρωποι της εργατικής τάξης μπορεί να είναι, όπως ασταμάτητα μας υπενθυμίζεται, λιγότερο σχολαστικοί σε ζητήματα νομικής φύσης ή ιδιοκτησίας από τους “καλύτερους” τους αλλά είναι επίσης πολύ λιγότερο εμμονικοί με τον εαυτό τους. Νοιάζονται περισσότερο για τους φίλους τους, τις οικογένειες και τις κοινότητες. Συνολικά, τουλάχιστον, είναι κατά βάση καλύτεροι/ευγενικότεροι.

Ως ένα βαθμό αυτό φαίνεται να αντανακλά έναν παγκόσμιο κοινωνιολογικό νόμο. Οι φεμινίστριες έχουν εδώ και καιρό επισημάνει ότι αυτοί που βρίσκονται στον πάτο του εκάστοτε άνισου κοινωνικού πλαισίου τείνουν να σκέφτονται, και άρα να νοιάζονται, γι’ αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή περισσότερο απ’ ότι αυτοί στην κορυφή σκέφτονται, ή νοιάζονται, γι’ αυτούς. Οι γυναίκες σε όλα τα μέρη τείνουν να σκέφτονται και να γνωρίζουν περισσότερα για τις ζωές των αντρών απ’ ότι οι άντρες γι’ αυτές των γυναικών, όπως ακριβώς κι οι μαύροι άνθρωποι γνωρίζουν περισσότερα για τις ζωές των λευκών, οι υπάλληλοι των εργοδοτών και οι φτωχοί των πλουσίων.

Και με τους ανθρώπους να είναι τα συμπονετικά πλάσματα που είναι, η γνώση οδηγεί στη συμπόνοια. Οι πλούσιοι και ισχυροί, εν τω μεταξύ, μπορούν να παραμένουν ανυποψίαστοι και αδιάφοροι, επειδή έχουν τους υλικούς όρους για να το κάνουν. Πολυάριθμες ψυχολογικές μελέτες έχουν πρόσφατα επιβεβαιώσει αυτό το γεγονός. Όσοι έχουν γεννηθεί σε εργατικές οικογένειες χωρίς διαφοροποίηση τα πάνε πολύ καλύτερα στα τεστ εκτίμησης των συναισθημάτων των άλλων απ’ ότι οι γόνοι των πλουσίων ή των επαγγελματικών τάξεων. Κατά κάποιον τρόπο δεν μας εκπλήσσει και πολύ. Στην τελική, αυτό σημαίνει σε γενικές γραμμές το να είσαι “ισχυρός”: να μη χρειάζεται να δώσεις και πολλή προσοχή σε αυτά που σκέφτονται ή αισθάνονται οι γύρω σου. Ο ισχυρός προσλαμβάνει άλλους για να το κάνουν αυτό γιά τον ίδιο.

Και ποιους προσλαμβάνουν; Κυρίως παιδιά της εργατικής τάξης. Εδώ πιστεύω ότι τείνουμε να είμαστε τόσο τυφλωμένοι από μια εμμονή με (τολμώ να πω, ρομαντικοποίηση;) την εργοστασιακή εργασία ως παραδείγματός μας για την “αληθινή εργασία” που έχουμε ξεχάσει από τι κυρίως αποτελείται η ανθρώπινη εργασία.

Ακόμα και στις μέρες του Καρλ Μαρξ ή του Τσαρλς Ντίκενς, οι εργατικές γειτονιές στέγαζαν πολλές παραπάνω υπηρέτριες, λούστρους, οδοκαθαριστές, μάγειρες, νοσοκόμες, ταξιτζήδες, δασκάλους, πόρνες και πλανόδιους μανάβηδες από ό, τι εργαζόμενους σε ανθρακωρυχεία, εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας ή χυτήρια σιδήρου. Ακόμα περισσότερο σήμερα. Αυτό που αρχετυπικά θεωρούμε γυναικεία δουλειά -την ανατροφή ανθρώπων, την εξέταση των θέλω και των αναγκών τους, τις εξηγήσεις, την επιβεβαίωση, το να περιμένεις να δεις τι θέλει το αφεντικό ή σκέφτεται, για να μην αναφέρουμε τη φροντίδα, την παρακολούθηση, τη συντήρηση των φυτών, των ζώων, των μηχανών και άλλων αντικειμένων- αντιστοιχεί σε ένα πολύ μεγαλύτερο μερίδιο στο τι κάνουν οι άνθρωποι της εργατικής τάξης όταν εργάζονται απ’ ότι η δουλειά με το σφυρί, το σκαρπέλο, τον ανυψωτήρα, το δρεπάνι.

Αυτό αληθεύει όχι μόνο γιατί τα περισσότερα μέλη της εργατικής τάξης είναι γυναίκες (αφού οι περισσότεροι άνθρωποι γενικά είναι γυναίκες) αλλά επειδή έχουμε μια διαστρεβλωμένη άποψη ακόμα και γι’ αυτά που κάνουν οι άντρες. Όπως οι απεργοί εργαζόμενοι του μετρό έπρεπε πρόσφατα να εξηγήσουν στους αγανακτισμένους επιβάτες ότι “οι ακυρωτές εισιτηρίων” δεν περνούν τον περισσότερο χρόνο τους ακυρώνοντας εισιτήρια αλλά εξηγώντας πράγματα, διορθώνοντας άλλα, βρίσκοντας χαμένα παιδάκια, και προσέχοντας τους γέρους, τους αρρώσοτους και τους μπερδεμένους.

Αν το καλοσκεφτείς, αυτό δεν είναι βασικά η ζωή; Τα ανθρώπινα όντα είναι projects αμοιβαίας δημιουργίας. Η περισσότερη δουλειά που κάνουμε είναι ο ένας πάνω στον άλλον. Οι εργατικές τάξεις απλά παίρνουν ένα μη αναλογικό μερίδιο. Είναι οι τάξεις που φροντίζουν και πάντα αυτό έκαναν. Είναι απλά η ακατάπαυστη δαιμονοποίηση που κατευθύνεται στους φτωχούς από εκείνους που κερδίζουν από την εργασία-φροντίδα τους που το καθιστά δύσκολο να το αναγνωρίσουμε σε ένα δημόσιο φόρουμ όπως αυτό.

Ως παιδί εργατικής οικογένειας, μπορώ να επιβεβαιώσω ότι αυτό ήταν που καμαρώναμε. Μας έλεγαν συνέχεια ότι η δουλειά είναι μια αρετή από μόνη της – φτιάχνει χαρακτήρα ή κάτι τέτοια- αλλά κανείς δεν το πίστευε. Οι περισσότεροί μας ένιωθαν ότι το καλύτερο με τη δουλειά είναι να την αποφεύγεις, δηλαδή, εκτός αν ωφελούσε άλλους. Αλλά για τη δουλειά που όντως ωφελούσε, είτε αυτό σήμαινε να χτίζεις γέφυρες είτε να αδειάζεις “πάπιες”, μπορούσες να είσαι δικαίως υπερήφανος. Κι υπήρχε και κάτι άλλο για το οποίο ήμασταν σίγουρα υπερήφανοι: για το ότι ήμασταν άνθρωποι που φροντίζαμε ο ένας τον άλλον. Αυτό μας ξεχώριζε απ’ τους πλουσίους οι οποίοι, όσο μπορούσαν οι περισσότεροί μας να συμπεράνουν, μπορούσαν με το ζόρι τις μισές φορές να φέρουν τους εαυτούς τους να φροντίσουν τα ίδια τους τα παιδιά.

Υπάρχει λόγος που η απόλυτη αστική αρετή είναι η λιτότητα, και η απόλυτη αρετή της εργατικής τάξης είναι η αλληλεγγύη. Ωστόσο αυτό είναι και ακριβώς το σχοινί απ’ το οποίο αυτή η τάξη βρίσκεται κρεμασμένη. Υπήρχε μια εποχή που το να νοιάζεσαι για την κοινότητα κάποιου σήμαινε να αγωνίζεσαι για την ίδια την εργατική τάξη. Πίσω σ’ εκείνες τις μέρες συνηθίζαμε να μιλάμε για “κοινωνική πρόοδο”. Σήμερα βλέπουμε τα αποτελέσματα ενός αμείλικτου πολέμου ενάντια στην ίδια την ιδέα της εργατικής πολιτικής ή της εργατικής κοινότητας. Αυτό έχει αφήσει τους περισσότερους εργαζόμενους με λίγους τρόπους ώστε να εκφράσουν αυτή τη φροντίδα εκτός απ’ το να την κατευθύνουν προς μια κατασκευασμένη αφαίρεση: “τα εγγόνια μας”, “το έθνος”… είτε μέσω ενός σωβινιστικού πατριωτισμού είτε μέσω εκκλήσεων στη συλλογική θησεία.

Ως αποτέλεσμα όλα έχουν αναιρεθεί. Γενιές πολιτικής χειραγώγησης τελικά μετέτρεψαν εκείνη την αίσθηση αλληλεγγύης σε μάστιγα. Η φροντίδα μας έγινε όπλο εναντίον μας. Κι έτσι είναι πιθανό να παραμείνει η κατάσταση μέχρι η Αριστερά, η οποία υποστηρίζει ότι μιλάει υπέρ των εργατών, να αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά και στρατηγικά από τι αποτελείται ουσιαστικά η εργασία και τι θεωρούν αυτοί που εργάζονται ότι είναι πιο “υψηλό” σε αυτή.

Πηγή: http://www.theguardian.com/commentisfree/2014/mar/26/caring-curse-working-class-austerity-solidarity-scourge?CMP=fb_gu#start-of-comments

Αθήνα: μία πόλη με μέλλον υπό αναστολή

Το 35λεπτο ντοκυμανταίρ “Suspended future” αποτελεί άλλη μια σοβαρή προσπάθεια χαρτογράφησης κι απεικόνισης της Αθήνας της κρίσης. Ένα καλογυρισμένο -συγκινητικό υπό μία έννοια- ντοκυμανταίρ για την αντανάκλαση της κρίσης στον δημόσιο χώρο της Αθήνας. Χαιρόμαστε να βλέπουμε τέτοιες προσπάθειες.

Με τα λόγια των ίδιων των συντελεστών:

“Το ντοκυμαντέρ χωρίζεται σε τρία μέρη: το πρώτο μέρος, με τίτλο “Ιδιωτικοποίηση”, διερευνά τις συνδέσεις ανάμεσα στην ανάπτυξη που χαρακτήρισε την περίοδο της Ολυμπιάδας του 2004 και τα σύγχρονα προγράμματα ιδιωτικοποίησης που λαμβάνουν χώρα μέσα στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης. Το δεύτερο μέρος, με τίτλο “Υποτίμηση”, εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους συρρικνώνονται, σήμερα, οι αστικοί χώροι για τους/τις μετανάστες/ριες, και την επακόλουθη υποτίμηση της ζωής τους. Το τελευταίο μέρος, με τίτλο “Στρατιωτικοποίηση”, καταδεικνύει πώς με αφετηρία την κρίση, η υποτίμηση μετατρέπεται σε μια γενικευμένη συνθήκη—πώς η άνοδος του οικονομικο-αυταρχικού συμπλέγματος συρρικνώνει το δημόσιο χώρο στην πόλη, τροφοδοτώντας ως αποτέλεσμα την κοινωνική απόγνωση και οργή.”

Δείτε το:

<p><a href=”http://vimeo.com/85914434″>Future Suspended (ελληνικά)</a> from <a href=”http://vimeo.com/rossdomoney”>Ross Domoney</a> on <a href=”https://vimeo.com”>Vimeo</a&gt;.</p>

Οι Βόσνιοι

Η γενέτειρά του δεν είναι γη ονείρων, οι συμπατριώτες του δεν είναι άγγελοι. Και αυτός δεν μπορεί πια ούτε να τους διορθώσει, ούτε να τους χαλάσει.

Εικόνα

Τον δυσφημούσαν, τον υποπτεύονταν, τον κατέτρωγαν, οι συγγενείς τον μαδούσαν σαν λύκοι, εκμεταλλευόμενοι την επιθυμία του να απαλλαγεί το ταχύτερο απ’ τη γυναίκα, για πολύ καιρό δεν ξέφευγε απ’ τα ξένα στόματα, τους ήταν καλοδεχούμενος για να σκοτώσουν τη ρουτίνα τους μ’ αυτόν. Θυμόταν πώς μιλούσε στην Κωνσταντινούπολη για την ευγένεια των συμπατριωτών του και χαμογελούσε. Ευτυχώς για το άτομό του, δεν κατηγορούσε κανέναν, ούτε παραπονιόταν, όλα όσα του συνέβαιναν τα δεχόταν σαν αστείο. Οι άλλοι είναι ακόμα χειρότεροι, έλεγε, υπερασπιζόμενος, μου φαίνεται, περισσότερο τον προηγούμενο ενθουσιασμό του παρά την αλήθεια. Σε δυο-τρία χρόνια τους ξαναγάπησε, τους συνήθισε και τον συνήθισαν, άρχισε και να τους εκτιμά, με τον τρόπο του, με ειρωνεία αλλά χωρίς μοχθηρία, σεβόμενος περισσότερο τη ζωή κι αυτό που υπάρχει σ’ αυτήν, απ’ ότι τις επιθυμίες του γι’ αυτήν.

Εικόνα

“Έξυπνοι άνθρωποι είναι αυτοί” μου έλεγε μια φορά, μ’ εκείνο το περίεργο μείγμα χλευασμού και σοβαρότητας, που συχνά με σύγχυζε. “Δέχονται την αργία απ’ την Ανατολή, την άνετη ζωή απ’ τη Δύση, πουθενά δε βιάζονται, γιατί η ίδια η ζωή βιάζεται. Δεν τους ενδιαφέρει να δουν τι έχει πίσω απ’ την αυριανή μέρα, θα έρθει αυτό που είναι καθορισμένο να έρθει και απ’ αυτούς πολύ λίγα εξαρτώνται. Μαζί είναι μόνο στη δυστυχία, γι’ αυτό και δε θέλουν να είναι συχνά μαζί. Ελάχιστα πιστεύουν σε οποιονδήποτε, και ευκολότερα τους ξεγελάς με την καλή κουβέντα. Δε μοιάζουν με ήρωες, αλλά το πιο δύσκολο είναι να τους φοβίσεις με απειλές. Για καιρό δε νοιάζονται για τίποτε, τους είναι αδιάφορο τι συμβαίνει γύρω τους, και τότε, μεμιάς, όλα αρχίζουν να τους αφορούν, όλα ανακατεύονται και στριφογυρίζουν στο κεφάλι τους, και μετά ξαναγίνονται υπναλέοι και δε θέλουν να θυμούνται τίποτε απ’ αυτά που συνέβησαν. Φοβούνται τις αλλαγές γιατί συχνά τους έφεραν κακό, και εύκολα τους ενοχλεί ένας άνθρωπος έστω κι αν τους κάνει καλό. Παράξενος λαός, μιλάει πίσω απ’ την πλάτη σου αλλά σ’ αγαπάει, σε φιλάει στο μάγουλο αλλά σε αποστρέφεται, ειρωνεύεται ευγενικές πράξεις αλλά τις θυμάται με πολλές λεπτομέρειες, ζει με το πείσμα και με τις καλές πράξεις, και δεν ξέρεις τι τον παρασύρει και πότε. Κακοί, καλοί, μαλακοί, σκληροί, αδρανείς, θυελλώδεις, ανοιχτοί, κρυφοί, ολ’ αυτά είναι εκείνοι, και όλα ανάμεσα σ’ αυτά. Και το αποκορύφωμα όλων; Είναι δικοί μου κι εγώ είμαι δικός τους, σαν ποτάμι και σταγόνα, και όλα αυτά που λέω, είναι σαν να τα λέω για τον εαυτό μου”

Εικόνα

[παράξενοι αυτοί οι …Βόσνιοι, ε;]

*το απόσπασμα είναι παρμένο από το βιβλίο “Ο Δερβίσης και ο θάνατος” (εκδ.Γνώση), του βόσνιου και γιουγκοσλάβου συγγραφέα Μέσα Σελίμοβιτς, γραμμένο το 1966, είναι δύσκολο να βρεθεί αλλά αξίζει να διαβαστεί.

*οι φωτογραφίες του βόσνιου φωτογράφου Ziyah Gafic πρόχειρα πειραγμένες από μένα

Εικόνα

ο Μέσα Σελίμοβιτς