athenzboyz

Περηφάνια και τσιμέντο

“Κατά τη διάρκεια του χρόνου μερικά ρουμάνικα χωριά είναι εγκαταλειμμένα. Κανένας ήχος από ζωντανά που γυρίζουν σπίτι, κανένας ήχος από κότες ή από χλιμιντρίσματα αλόγων. Το σάουντρακ των παραδοσιακών ρουμάνικων χωριών φαίνεται να έχει μετατραπεί εν μια νυκτί σε κάτι υπόκωφους θορύβους από μπετονιέρες…”

Αυτό είναι το “success story” της ρουμανικής μετανάστευσης όπως το παρουσιάζουν στην -με έναν περίεργο τρόπο- συγκινητική έκθεση φωτογραφίας τους οι PETRUŢ CĂLINESCU και IOANA HODOIU.

Στόχος της έκθεσης είναι να πουν την ιστορία αυτών που έφυγαν όμως αυτό γίνεται φωτογραφίζοντας τα μέρη που άφησαν πίσω τους. Κι αν κάτι είναι ενδιαφέρον σ’ αυτή την ιστορία είναι ότι τα αφημένα μέρη μεταμορφώνονται δραστικά υπό την επίδραση αυτών που πλέον δεν ζουν εκεί. Οι Ρουμάνοι μετανάστες, που ξεκίνησαν ως εφημεριδοπώλες δρόμου στη Γαλλία χωρίς μόνιμη κατοικία και άδεια εργασίας έχουν φτιάξει το δικό τους “χρυσό κανόνα” που ακολουθούν πιστά. Όπως λένε οι ίδιοι “αν βγάλεις 50 ευρώ, βάλε στην άκρη τα 40 και ζήσε με τα 10”. Κι έτσι προκαλούν έναν μικρό οικοδομικό οργασμό πίσω στην πατρίδα τους. Χτίζουν για τους δικούς τους που έμειναν πίσω αλλά και σαν υπόσχεση για τους ίδιους, σα να λένε στη γη και στον εαυτό τους “θα γυρίσω”. Κι η υπόσχεση αυτή χτίζεται με μπετόν. Αυτοί που μείναν πίσω παρατηρούν τα χωριά τους να αλλάζουν όψη, χωρίς τη συμβολή τους, σαν από ένα μαγικό ραβδί. Η ρουμάνικη επαρχία επιβιώνει χάρη σε αυτούς που έφυγαν αλλά προς το παρόν είναι σαν να ζει χωρίς παρόν. Εκεί υπάρχει μόνο παρελθόν και μια υπόσχεση για το μέλλον. Θα πάρουν σάρκα και οστά οι σκελετοί των οικιών ή θα συνεχίσουμε να βλέπουμε τα στάχυα να χορεύουν ανάμεσα απ’ τα μπετονένια παράθυρά τους;

Τελευταίο. Τα σπίτια αυτά είναι ο θρίαμβος των μεταναστών που μπόρεσαν να ριζώσουν στις ευρωπαϊκές χώρες. Εκείνων που πέρασαν διά πυρός και σιδήρου, που έζησαν τσουβαλιασμένοι σε κοινόβια, κρύφτηκαν σαν απόκληροι σε πρόχειρους καταυλισμούς στα δάση, δεν απελάθηκαν και τα κατάφεραν. Τώρα ζουν, σχεδιάζουν, ονειρεύονται, χτίζουν.
Το να κοιτάζω όμως τις φωτογραφίες του πρότζεκτ “Περηφάνια και Τσιμέντο” μου προκάλεσε μελαγχολία. Σκέφτηκα για μια στιγμή. Θα ‘θελα κάτι και γι’ αυτούς που έμειναν πίσω. Για το νεκρό παρόν της ρουμανικής επαρχίας.
Δείτε την έκθεση εδώ: http://prideandconcrete.com/

005
Ένας Ρουμάνος βοσκός κρατάει στα χέρια του τη φωτογραφία του γιου του που κατατάχτηκε στη Λεγεώνα των Ξένων στη Γαλλία.

Advertisements

Νέοι της Αθήνας (έτος 2013)

Περίπτωση πρώτη: Έτος 2013, Ελλάδα. Είσαι νέος. 19 χρονών. Είναι καλοκαίρι. Αύγουστος. Δεκαπενταύγουστος και δεν είσαι διακοπές. Τι κάνεις; Είσαι στην Αθήνα [πιο σωστά είσαι στην εργατούπολη του Περιστερίου]. Γυρίζεις στο σπίτι σου με το λεωφορείο. Ανεβαίνει ελεγκτής. Σου ζητάει εισιτήριο. Δεν έχεις. Σου ζητάει να πληρώσεις πρόστιμο. Του εξηγείς ότι δεν έχεις λεφτά. Επιμένει να πληρώσεις πρόστιμο. Αρνείσαι. Επιμένει. Οι πόρτες ανοίγουν. Προσπαθείς να κατέβεις. Σε εμποδίζει. Προσπαθείς. Σε κρατάει. Τραβιέσαι. Σε τραβάει, σε σπρώχνει, σωριάζεσαι στο πεζοδρόμιο. Το κεφάλι σου σπασμένο. Είσαι νεκρός. Πώς σε λένε; Σε λένε Θανάση Καναούτη αλλά κανείς δεν το θυμάται. Δεν πειράζει. Σε λένε και 19χρονο νεκρό για 0,70 ευρώ.

Περίπτωση δεύτερη: Έτος 2013, Ελλάδα. Είσαι νέος. 34 χρονών (δεν είσαι μεσήλικας, είσαι νέος και φαίνεται). Σεπτέμβρης. Το καλοκαίρι μάλλον ήσουν κάπου με τους φίλους σου και την αγαπημένη σου. Τώρα είσαι στην Αθήνα [πιο σωστά στον Πειραιά, στο Κερατσίνι]. Βλέπεις μπάλα σε μια καφετέρια με την κοπέλα σου και δυο φίλους σου. Εκτός από εργατόπαιδο είσαι και ράπερ. Σε ξέρει η γειτονιά σου κι ένα τσούρμο άνθρωποι που σε ακούνε. Σε ξέρουν κι οι φασίστες που είναι στην καφετέρια. Όταν βγαίνεις σου στήνουν καρτέρι. Προστατεύεις τους φίλους σου. Σου επιτίθενται πολλοί σε έναν. Αντιστέκεσαι. Δεν σ’ έχουν. Καλούν ενισχύσεις. Έρχονται. Σε μαχαιρώνει δυο φορές ένας 45άρης. Ξεψυχάς στην αγκαλιά της κοπέλας σου. Πώς σε λένε; Σε λένε Παύλο Φύσσα και Killah P. Σε λένε και 34χρονο νεκρό, γαμώ το φασισμό. Το όνομά σου δεν θα ξεχαστεί εύκολα.

Περίπτωση τρίτη: Έτος 2013, Ελλάδα. Είσαι νέος. 28 χρονών. Μένεις στην επαρχία. Ανεβαίνεις στην Αθήνα για να συνοδεύσεις συγγενή σου με πρόβλημα υγείας. Συναντάς δυο φίλους για καφέ. Είναι Νοέμβριος [Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία]. Μαθαίνεις ότι η σερβιτόρα φίλη σου είναι απλήρωτη και δεν τα βγάζει πέρα με το αφεντικό της. Λες “πάμε θα καθαρίσω εγώ”. Ο συγγενής σου στο χειρουργείο κι εσύ τρέχεις για τον μισθό της φίλης σου. Πας στο μαγαζί. Λίγο πιο κάτω απ’ την Ομόνοια. Οδός Γερανίου. Ζητάς τα λεφτά. Δεν τα δίνει. Επιμένεις. Τσακώνεστε. Σε διώχνει. Δεν φεύγεις. Απαιτείς για τη φίλη σου τα 700 ευρώ που έχει δουλέψει. Δεν φεύγεις. Δίνεται εντολή. Βγαίνει ο μπράβος. Σε χτυπάει με σιδηρογροθιές. Σωριάζεσαι στο πεζοδρόμιο. Κλωτσιές στο κεφάλι. Τελείωσες. Πώς σε λένε; Σε λένε Τάσο Ντούπη. Σε λένε και 28χρονο νεκρό επειδή ζήτησε μισθό. Οι πονηροί λένε ότι σε σκότωσε Τσετσένος (και υπονοούν ότι δεν σε σκότωσε Έλληνας (και υπονοούν…)). Το όνομα του αφεντικού της φίλης σου και του Τσετσένου αναφέρεται απλά ως Κ.Γ.
>>>. λίγες ώρες μετά μεταδίδεται η αλήθεια “δράστες ήταν δύο ημεδαποί 39 και 43 χρονών” Πώς τους λένε; Έχουν ονόματα; Δεν πειράζει, τους λένε σκυλιά των αφεντικών.

Περίπτωση μηδέν: Δεκέμβρης 2008. Σε λένε Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο κι είσαι 15 χρονών. Βγαίνεις στα Εξάρχεια. Τσιμπάς στον τσαμπουκά που σου πουλάνε αστυνομικοί και καταλήγεις με μια σφαίρα στην καρδιά. 6 Δεκέμβρη το βράδυ. Τότε βγήκαμε στο δρόμο χιλιάδες και είπαμε ότι αυτοί λένε “στις τράπεζες λεφτά-στη νεολαία σφαίρες” κι εμείς λέμε “ήρθε η ώρα για τις δικές μας μέρες”.

Σήμερα έχουμε 2013 και πλησιάζουμε στην πενταετία από τότε που έφυγε ο “αμνός”. Αυτοί το πενταετές πλάνο τους το έπιασαν. Εμείς;

[Εξάρχεια-Περιστέρι-Κερατσίνι-Ομόνοια]
[Μπάτσοι-Ελεγκτές-Φασίστες-Αφεντικά]

[Νέος-Νέος-Νέος-Νέος]

Υ.Γ.

Περίπτωση υπό το μηδέν: Αθήνα, Νοέμβρης 2013. Σε λένε Αφγανό μετανάστη και πεθαίνεις στο Α.Τ. Αγίου Παντελεήμονα. Οι αστυνομικοί λένε ότι ξαφνικά κατέρρευσες. Έχουν καταρρεύσει πολλοί σ’ αυτό το Τμήμα. Εσύ δεν έχεις όνομα, δεν έχεις ηλικία. Ζεις και πεθαίνεις όμως μαζί μας.

Image

Το φως της Αθήνας (Athen’s light)

Ο φωτογράφος Dan Rhodes παρουσιάζει μέσα από 8.364 φωτογραφίες την Αθήνα του φωτός. Είναι η άλλη πλευρά της πόλης σε σχέση με τη δουλειά του Enri Canaj που φιλοξενήσαμε σε πρόσφατη ανάρτηση και ονομάσαμε “βαριά σκιά της Αθήνας”. Ίσως οι δύο αυτές φωτογραφικές συλλογές να αποτυπώνουν τη ματιά του επισκέπτη και τη ματιά του κατοίκου αντίστοιχα. Η ομορφιά της πόλης σαφώς και είναι παρούσα αλλά το ζήτημα είναι κατά πόσο η καθημερινότητά της σε αφήνει να στρέψεις τη ματιά σου προς τα όμορφα.

Photographer Dan Rhodes presents through 8.364 photos Athen’s light. This is the other side of the city in comparison with Enri Canaj’s work that we have recently presented and named “Athen’s shadow”. Perhaps these two photo collections reflect the visitor’s and the resident’s view respectively. The city’s beauty is clearly present but the question is whether the city’s daily routine lets you turn your eyes to this beauty.

Enri Canaj’s eye: https://athenzboyz.wordpress.com/2013/10/08/%CE%B7-%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC-%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%AC-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BD%CE%B1%CF%82/

Η βαριά σκιά της Αθήνας… (Athen’s shadow)

Πολλοί φωτογράφοι περιδιαβαίνουν τους δρόμους και τις πλατείες της πόλης μας προσπαθώντας να αποθανατίσουν την “άλλη” πλευρά της Αθήνας, την πραγματικότητα πίσω απ’ τη βιτρίνα των πόλεων. Κάποιοι τα καταφέρνουν καλά. Ο Enri Canaj, αλβανικής καταγωγής μετανάστης, μεγαλωμένος απ’ τα 11 του στην Αθήνα, τα κατάφερε ομολογουμένως πολύ καλά. 

Δείτε όλη την έκθεσή του εδώ: http://www.enricanaj.com/shadows-in-greece
Many photographers stroll through our city’s streets and squares attempting to capture the “other side” of Athens, the reality behind the facade of the city. Some do it well. Enri Canaj, an immigrant of Albanian origin who grew up in Athens since he was 11, did it admittedly very well. Watch all his exhibition by following the link above.

Image

 

Αν δεν έχεις δει Μπέλα Ταρ…

Διαβάζω μέρες τα της Διβάνη, τα του Τατσόπουλου, τα της Σώτης, διαβάζω τις οργισμένες αντιδράσεις της άλλης πλευράς. Διαβάζω σιωπηλά. Βλέπω φευγαλέα την αντιπαράθεση Γεωργιάδη-γιατρών. Ξαναφέρνω στο μυαλό μου τον ξεσηκωμό των μεταναστών στην Αμυγδαλέζα και την βίαιη απάντηση του κράτους. 

Είμαστε στη σωστή πλευρά, αυτή των ηττημένων. Δεν είμαστε απ’ αυτούς που αγγίζουν, αποκτούν κι εξευτελίζουν ή εξευτελίζουν κι έπειτα αποκτούν. Είμαστε αυτοί των οποίων οι αξίες εξευτελίζονται και χάνονται. Ίσως να μην έχουμε συνειδητοποιήσει ή παραδεχτεί τον χαμό μας, ότι είμαστε μια φωτιά που σιγοκαίει, αργοσβήνοντας στο λιβάδι. Ίσως απλά ο Μπέλα Ταρ να ‘ναι μηδενιστής, απαισιόδοξος.

…Αν δεν έχεις δει Μπέλα Ταρ, πιστεύω πως αρκεί να δεις αυτό το απόσπασμα απ’ την τελευταία του ταινία για να σχηματίσεις άποψη για το ποιόν του. Οι μεγάλοι άνθρωποι ξεχωρίζουν αμέσως. Πώς; Μόλις συναντηθείς με τη ματιά τους, τις κουβέντες τους, τη θέασή τους πάνω στα πράγματα αμέσως ρίχνεις τις περισσότερες άλλες απόψεις μια, δυο κατηγορίες κάτω. Σου φαίνονται μερικές, ευτελείς, αποσπασματικές, μικρές. Είναι όπως όταν κοιτάς τη γη από ψηλά και θυμάσαι τι σε απασχολούσε αμέσως πριν όταν κινιόσουν μέσα της, μέσα στην πόλη. Αμέσως λες “με τι βλακείες ασχολιόμουν, τι βλακείες σκεφτόμουν, τι βλακείες έλεγα, πόσο δεν έχουν σημασία όλα αυτά”. Και καταλαβαίνεις τι πραγματικά έχει σημασία. Οι μεγάλοι των τεχνών και των γραμμάτων, οι μεγάλοι της θεωρίας και της πράξης αυτό το γνώρισμα έχουν. Να σε κάνουν να βλέπεις τα πράγματα από ψηλά και να μη μένεις στα πίτουρα και τις κότες.

Τέλος πάντων, χαίρομαι τουλάχιστον που όταν βγήκα απ’ το σινεμά μετά απ’ αυτή την ταινία, αναλογιζόμενος αυτόν τον καταιγιστικό πεντάλεπτο μονόλογο -μοναδικό ξέσπασμα στην απέραντη σιωπή της ταινίας- τοποθέτησα τον εαυτό μου με τους χαμένους. 

Διβάνη, Πάσχο, Γεωργιάδη, Τατσόπουλε, Σώτη, ξέρω ότι δεν διαβάζετε, αλλά με ποια πλευρά θα ταυτιζόσασταν;

Λεωφορείο. Καλοκαίρι.

Ήταν καλοκαίρι. Ιούλιος. Ο Ιούλιος είναι το καλοκαίρι. Ο Αύγουστος φθινοπωρίζει και μετά τις 15 (καμιά φορά και πριν) είναι μελαγχολικός. Το καλοκαίρι δεν μπορεί να είναι μελαγχολικό γιατί η μελαγχολία κρύβει μια αδυναμία. Το καλοκαίρι είναι λαμπερό, καυτό, δυνατό ίσως κι ενοχλητικό πάντως έντονο. Η μελαγχολία είναι σαν τα italics,πλαγιαστή, σκυφτή, διακριτική. Ήταν Ιούλιος και γι’ αυτό γράφω σε bold.

 Ήμουν μόνος άνθρωπος σε μια ξένη χώρα χωρίς θάλασσα, άντρας χωρίς γυναίκα και παιδί δίχως φίλους. Ζούσα σε μια πόλη χωρίς μετρό όπου οι νέοι της βιάζονται μη χάσουν το τελευταίο λεωφορείο γιατί θ’ αναγκαστούν να πληρώσουν πολλαπλάσια λεφτά στο ταξί. Λεφτά που συνήθως δεν έχουν. Ούτε έχει ο καθένας το αμάξι του για να κινείται. Πολλές φορές δεν υπάρχει καν ένα αμάξι ανά παρέα ή κι αν υπάρχει ενδεχομένως να αδυνατεί να κάνει όλα τα δρομολόγια για να πάει τον καθένα σπίτι του. Έτσι, πολλά βράδια λήγουν άδοξα, βίαια, αναγκαστικά λίγο πριν τις 12, πίνοντας μια μπύρα με το ρολόι στο χέρι κι όσο η ώρα πλησιάζει περισσότερο τις 12, τα μάτια ακολουθούν περισσότερο τους δείκτες του ρολογιού παρά τα μάτια του συνομιλητή (ή εναλλακτικά το κινητό ανοιγοκλείνει). Φαντάζομαι ότι εκεί γύρω στις 12 ούτε τα λόγια σου προσέχουν τόσο μα μπορεί και να τους είναι κάπως ενοχλητικό να αρχίσεις να διηγείσαι μια ιστορία στις 12 παρά 20. Μετά τις 11.30 κανονικά μπορείς να συζητάς μόνο για κάτι ανάλαφρο, σύντομο που επιδέχεται διακοπής ανά πάσα στιγμή. Καιρός, μόδα, αθλητικά, ένα φαί που έφαγες, τι έγινε σήμερα καθώς έπλενες τα πιάτα, έχεις διάβασμα για αύριο, σε πονάει η μέση σου γιατί σήκωσες κάτι βαρύ. Οποιοδήποτε άλλο θέμα μπορεί να συνδεθεί με το αναγκαστικό της αποχώρησης και να προκαλέσει δυσφορία.

[Στα μπαρ δεν μιλάω εύκολα σε αγνώστους. Γενικά δεν μιλάω εύκολα σε αγνώστους. Ιδιαίτερα όταν μου φαίνονται ενδιαφέρουσες παρουσίες. Δεν είναι όμως πως δεν είμαι ομιλητικός…]

 Έπινα μόνος μου μια μπύρα σε ένα μπαρ χτισμένο δίπλα στις γραμμές του τρένου. Αν οι δυο άνθρωποι με τα πιο μακριά χέρια στον πλανήτη βρίσκονταν ο ένας στο μπαρ κι ο άλλος στο τρένο κι άπλωναν τα χέρια τους, ο ένας μέσα απ’ τα κάγκελα της περίφραξης κι ο άλλος έξω απ’ το παράθυρο του τρένου, θα μπορούσαν να το “κολλήσουν”, να ανταλλάξουν ένα ραβασάκι ή ένα πιστόλι. Εγώ αν ήθελα να εξοπλιστώ με κουράγιο, πληροφορίες ή όπλο αφού επιβιβαζόμουν σ’ αυτό το τρένο, έτσι θα το ‘κανα…

 Καθόμουν μόνος κι έγραφα σημειώσεις. Έπινα μπύρα, έγραφα σημειώσεις, κοιτούσα ευθεία. Αν περνούσε το τρένο έκανα μια παύση. Κοιτούσα το τρένο. Έφευγε το τρένο, κοιτούσα τις σημειώσεις, έπινα μπύρα. Απέναντί μου καθόσουν εσύ, ωραία όπως μου φαινόσουν. Ωραία όπως πιθανώς να φαινόσουν σε κάθε άντρα χωρίς παρέα που πίνει μπύρα χωρίς να τρελαίνεται για μπύρα και γράφει σημειώσεις χωρίς όμως να έχει κάτι ιδιαίτερο να πει. Εγώ σε κοιτούσα. Εσύ κοιτούσες προς το μέρος μου. Υπήρχαν κάποια δεδομένα που δεν βοηθούσαν. Ήμασταν καθιστοί, με ανοιχτό οπτικό πεδίο μεταξύ μας, απόσταση αρκετών βημάτων, γύρω σου κάθονταν άλλοι, γύρω μου κανείς. Έπρεπε να είναι όλα αντίστροφα. Τώρα χρειαζόμουν χρόνο. Τη γλώσσα σου δεν τη μιλούσα καθόλου καλά. Αν δεν μιλούσες αγγλικά ίσως να μην μπορούσαμε να συνεννοηθούμε αρχικά. Αυτό όμως ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε. Το θέμα ήταν να σταθούμε δίπλα και να σου απευθύνω το λόγο ή το βλέμμα. Βλέπεις, αυτή θεωρώ πως είναι μια κρίσιμη στιγμή. Μετά τα γεγονότα μπορεί να ακολουθήσουν πορεία απρόβλεπτη, οι άνθρωποι να μεταμορφωθούν, ο χρόνος να ξεχειλώσει, το περιβάλλον να αλλάξει. Αν δεν συμβούν όλα αυτά μπορείς να είσαι άνετος γιατί δεν θα παιχτεί και τίποτα σπουδαίο μάλλον.

 [Μια ματιά από μακριά δεν έχει καμιά σχέση με μια ματιά εκ του σύνεγγυς. Αν δεν μπορείς να δεις την κόρη του οφθαλμού του άλλου, το περίγραμμα, το ασπράδι και την υγρότητα του ματιού του δεν μπορείς να καταλάβεις τίποτα. Μια φορά μια οφθαλμίατρος με είχε βάλει μπροστά σ’ ένα μηχάνημα που έμοιαζε με κυάλι ή τηλεσκόπιο, τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στις δυο υποδοχές και τα δικά της απ’ την άλλη πλευρά του τηλεσκοπίου με εξέταζαν. Στο τέλος μου είπε “τα μάτια σου είναι φοβερά” αλλά στο ύφος της διέκρινα μια αμηχανία. Τότε σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε δει όλα τα μυστικά μου και σκέφτηκα ότι πρέπει να γυριστεί μια τηλεοπτική σειρά που η οφθαλμίατρος εξετάζοντας κάθε φορά άλλον ασθενή να βυθίζεται σαν σε στρόβιλο στο εσωτερικό του και μπροστά της να ξετυλίγεται ο βαθύτερος εαυτός του.]

 Δεν είμαι σίγουρος αν το ρολόι έδειξε 12 παρά 20, παρά τέταρτο ή παρά 10 αλλά εσύ σηκώθηκες κι έφυγες. Τόσο απλά. Ήμουν ακόμα καλά καρφωμένος στην καρέκλα μου, δεν είχα αρχίσει να ίπταμαι για να σε προλάβω. Έφυγες. Για να προλάβεις το λεωφορείο; Μπορεί να πήγαινες αλλού, μπορεί να σε περίμενε κάποιος δικός σου, τα ενδεχόμενα ήταν άπειρα. Την προηγούμενη μέρα όμως σε μια συζήτηση ανάμεσα στ’ άλλα, ως κάτι πολύ απλό, η συνομιλήτριά μου ανέφερε: “ε και μετά πήγε 12 παρά κι έπρεπε να φύγει γιατί θα έχανε το λεωφορείο…”. Το ‘χα ξανακούσει, το ‘χα ξαναδεί, το ‘χα βιώσει και προσωπικά. Τότε όμως ήταν η στιγμή που αυτό το πράγμα μου έκανε εντύπωση, κάθισε βαθιά μέσα μου και με απασχόλησε περίπου πλέον ως φιλοσοφικό ερώτημα. Δεν ξέρω γιατί έγινε έτσι αλλά αυτό έφερε εκείνη η στιγμή. Ήταν αυτό που μου έμεινε απ’ όλη την ιστορία. Θα μου πείτε δεν είναι παρά ένα καθημερινό φαινόμενο, “το δραματοποιείς”. Σκεφτείτε όμως τα απραγματοποίητα ενδεχόμενα που θα συσχετίζονται σ’ αυτή τη χώρα, αυτή την εποχή με το τελευταίο λεωφορείο της ημέρας. Τα λόγια που δεν έχουν ειπωθεί, τις κινήσεις που δεν έχουν γίνει, τα φιλιά που δεν δόθηκαν, τις αφηγήσεις που έχουν μείνει στη μέση και μετά ξεχάστηκαν. Κατευθείαν σκέφτηκα ότι γι’ αυτό έφυγες κι εσύ εκείνη τη στιγμή.

Έγραψα στο χαρτί: “αν ο προπάππους σου είχε περιφράξει 10 μέτρα γης δίπλα στη θάλασσα ίσως τώρα να ‘μασταν μαζί”

 Image